Η μουσική και το τραγούδι αποτελούσαν και αποτελούν αχώριστο σύντροφο των ζακυνθινών. Είναι ευρέως γνωστό έως σήμερα ότι το τραγούδι αποτελεί κύριο μέρος στην ζωή των ζακυνθινών, οι οποίοι από τα παλαιότερα χρόνια έως σήμερα το χρησιμοποιούν για να εκφράσουν συναισθήματα χαράς ή λύπης. Η παρουσία και η σημασία που έδιναν οι ζακυνθινοί στη μουσική εντοπίζεται από τα χρόνια της αρχαιότητας, όπου για να τιμήσουν τον Πυθαγόρα, τύπωσαν νόμισμα με την μορφή του και την λύρα. Από τα παλιά χρόνια στις γιορτές και τα πανηγύρια τραγουδούσαν ομηρικά άσματα, αναφέρεται κιόλας και ο ραψωδός Σιμωνίδης, ο οποίος τραγουδούσε τα έπη του Αρχίλοχου.
Η ζακυνθινή καντάδα, τετραφωνία με ενδιάμεσες φωνές και μαζί με τις λαϊκές αρέκιες στον τύπο της κρητικής μαντινάδας διαμορφώνεται στα νεότερα χρόνια. Με την πτώση της Κρήτης και την κάθοδο των Κρητικών στο νησί μεταφέρεται η κρητικοβυζαντινή μουσική. Η ιταλική επίσης μουσική έχει βαθιά επίδραση στην τοπική μουσική. Στην πορεία όμως διαμορφώνεται η επτανησιακή, που δεν είναι ούτε ιταλική ούτε κρητική, μα καθαρά επτανησιακή. Η μουσική είναι για τους ζακυνθινούς έκφραση και αντανάκλαση των ιστορικών συνθηκών που διαμορφώνουν τον ζακυνθινό πολιτισμό. Η ζακυνθινή καντάδα αποτελεί την πιο αγαπημένη μουσική για το λαό. Πρόκειται για μια αρμονική σύνθεση των πιο υψηλών αισθημάτων του λαού της Ζακύνθου σε ομορφιά, χάρη και έκφραση που δίνει τόνο στη ζωή και στο ωραίο.
Η ζακυνθινή καντάδα εξακολουθεί να συγκινεί κάθε άνθρωπο. Ξεχωριστός ζακυνθινός μουσικός ήταν ο Δομενεγίνης ενώ ο Αντώνιος Καπνίσης υπήρξε ένας από τους λαμπρότερους κιθαρίστες. Εκείνος όμως που άνοιξε τον δρόμο της νεοελληνικής μουσικής είναι ο Παύλος Καρρέρης που είχε ένα αυθόρμητο μουσικό ταλέντο και μια σοβαρή τεχνική βασισμένη πάνω σε μια άρτια μουσική μόρφωση. Στην Ζάκυνθο από πολύ παλιά άρχισαν να συγκροτούνται χορωδίες και σύλλογοι για την ανάπτυξη της μουσικής.
Στην καλλιέργεια και ανάπτυξη του μουσικού αισθήματος του ζακυνθινού λαού συνέβαλλαν πολλοί παράγοντες και πρώτα απ\' όλα το ίδιο το νησί με τ\' άνθη και τα λουλούδια του, τις ακρογιαλιές, την πλούσια βλάστηση και την γαλήνη του. Ο μουσικός πολιτισμός μπορεί να δέχτηκε επιδράσεις από την Ιταλία, αλλά αφομοίωσε και ανάπλασε αυτές τις επιδράσεις μέσα στο δικό του περιβάλλον. Έτσι από τις αρχές του 19ου αιώνα αρχίζει να δημιουργείται η λεγόμενη « Επτανησιακή Μουσική Σχολή» που κυριότεροι εκπρόσωποί της είναι ο Νικόλαος Μάντζαρος, ο Σπύρος Σαμαράς, ο Διονύσιος Λαυράγκας και ο Παύλος Καρρέρης. Στην Ζάκυνθο συναντάμε τέσσερα είδη μουσικής: την ζακυνθινή εκκλησιαστική μουσική, τα δημοτικά τραγούδια και χορούς, τις αρέκιες και τις καντάδες.
Η ζακυνθινή εκκλησιαστική μουσική διατηρεί τους ήχους της βυζαντινής μουσικής η οποία παρουσιάζει μια ξεχωριστή ιδιομορφία. Η μουσική αυτή με την ρέουσα μελωδία και την ποικίλη σε χρώματα τετράφωνη αρμονία της, ανταποκρίνεται προς το θρησκευτικό και μουσικό αίσθημα του ζακυνθινού λαού. Από τους παλαιότερους ζακυνθινούς συνθέτες ήταν ο Παναγιώτης Γκριτζάνης και ο Νικόλαος Στουπάθης.
Τα δημοτικά τραγούδια και οι χοροί παρουσιάζουν ένα τοπικό μουσικό ύφος, πολλά όμως από αυτά έχουν κοινά χαρακτηριστικά με αυτά των νησιών της Επτανήσου αλλά και των νησιών του Αιγαίου.
Οι αρέκιες προέρχονται από την ιταλική λέξη A Orecchio που σημαίνει «ακουστικώς» και είναι τα λαϊκά τραγούδια της Ζακύνθου που τα συναντάμε και στα υπόλοιπα νησιά της Επτανήσου. Τα περισσότερα από αυτά είναι τετράφωνα και τραγουδιούνται δίχως συνοδεία μουσικών οργάνων. Η αρμονία τους είναι κάπως περίεργη αφού πολλές φορές η 3η φωνή τραγουδάει ψηλότερα από την 1η φωνή. Αυτόν τον τρόπο οι ζακυνθινοί τον λένε «τέρτσα». Οι αρέκιες ξεκινούν με μια φωνή(σόλο) και κατόπιν η αρμονία συμπληρώνεται με τις άλλες φωνές που ακολουθούν.
Οι ζακυνθινές καντάδες (λέγονται και σερενάτες) είναι το δημοφιλέστερο είδος της έντεχνης επτανησιακής μουσικής. Τα αρμονικά αυτά τραγούδια με την γλυκιά και νοσταλγική μελωδία και τους ρομαντικούς στίχους εξακολουθούν να προκαλούν ιδιαίτερη συγκίνηση. Είναι τετράφωνα και τραγουδιούνται με συνοδεία μαντολινάτας ή δίχως συνοδεία αυτής. Από τους πιο γνωστούς στο είδος είναι ο Λαυράγκας, ο Δελαπόρτας, ο Τσακασιάνος κ.α.
Στην Ζάκυνθο οι καντάδες δεν είναι απλή ψυχαγωγία αλλά εξωτερίκευση του βαθύτερου αισθήματος που εκφράζεται από τους ζακυνθινούς κανταδόρους.
Τέλος αξίζει να αναφέρουμε πως οι σημερινοί Ζακυνθινοί εξακολουθούν να λατρεύουν τη μουσική όπως τα παλιά χρόνια. Πολλοί από αυτούς διαπρέπουν σαν συνθέτες, αρχιμουσικοί, τραγουδιστές. Είναι έντονη η παρουσία της μουσικής στο νησί μας. Υπάρχουν αξιόλογες χορωδίες, μαντολινάτες, φιλαρμονικές και διάφορα μουσικά συγκροτήματα.
Οι περίφημες αρέκιες ακόμα τραγουδιούνται στις ταβέρνες και σε πολλά κέντα διασκεδάσεως μπορείς να απολαύσεις τις ζακυνθινές καντάδες.
Αξίζει να σημειώσουμε και την συμβολή των ζακυνθινών στους λαϊκούς χορούς όπου η παράδοση αρχίζει από το 1950 και μετά. Στην Ζάκυνθο η σημασία των ελληνικών λαϊκών χορών είναι πολύ μεγάλη γιατί η αισθητική τους αξία είναι εντελώς ξεχωριστή μέσα στον ελληνικό χώρο για το ανεπανάληπτο της εκφράσεως, της κίνησης και της μουσικής τους. Μερικοί από αυτούς έχουν δεχτεί τις πολιτιστικές επιδράσεις της Δύσης αλλά οι περισσότεροι από αυτούς έχουν τοπικό χαρακτήρα και μας υπενθυμίζουν ότι επιπόλαια υπήρξαν τα περάσματα των ξένων. Οι παραδοσιακοί ζακυνθινοί χοροί διασώθηκαν χάρη στην προσπάθεια των γεροντότερων κάθε χωριού που διατηρούσαν την χορευτική αυτή παράδοση.
Οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι χοροί της πόλης διέφεραν από αυτούς των χωριών. Οι χοροί της πόλης ήταν άμεσα επηρεασμένοι από τα δυτικά πρότυπα ενώ οι χοροί του χωριού διατηρούσαν στο ακέραιο το ελληνικό παραδοσιακό στοιχείο. Οι ζακυνθινοί χοροί που σώζονται μέχρι και σήμερα είναι συρτός ζακυνθινός ή λεβαντίνικος, η άμοιρη (αποκριάτικος, σατιρικός χορός), ο γιαργυτός και ο σταυρωτός. Όλοι αυτοί οι χοροί παρουσιάζουν ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον και τονίζουν την ελληνικότητα της ζακυνθινής παράδοσης.